Topics

Φάκελος εθνική Ελλάδος: Από winner σε loser (graphs)

Η εθνική Ελλάδος κατόρθωσε να αποβάλει μέσα σε 5 χρόνια μία νοοτροπία νικητή που είχε εμφυσήσει ο Ρεχάγκελ και είχε διατηρήσει ο Σάντος από το 2001 έως το 2014.

Για την εθνική Ελλάδος η περίοδος από το 2001 έως το 2014 αποτελεί την πιο επιτυχημένη στην ιστορία τής ομάδας. Η συνέπεια της και οι επαγγελματικές της νίκες την οδήγησαν σε συμμετοχή σε 4 τελικές φάσεις μεγάλων διοργανώσεων ενώ στις 3 περιπτώσεις προκρίθηκε και από τον όμιλό της. Κορυφαία στιγμή της γαλανόλευκης, βέβαια, ήταν η κατάκτηση του EURO, το 2004. Ωστόσο, οι συνεχόμενες παρουσίες στα μεγάλα διεθνή ραντεβού “γλύκαναν” τους Έλληνες οπαδούς.

Τόσο πολύ που τα τελευταία 5 χρόνια η επιστροφή στην προ Ρεχάγκελ εποχή τους ξενίζει. Από την overachiever εθνική Ελλάδος περάσαμε στην underachiever εθνική Μυκόνου.Η συνήθεια, βλέπετε, είναι άτιμο πράγμα. Ειδικά, όταν μαθαίνεις να κερδίζεις, είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστείς την ήττα. Οι Έλληνες από το 2014 μέχρι και σήμερα βλέπουν τον πήχη να χαμηλώνει αδιάκοπα αλλά ακόμα βρίσκονται σε επίπεδο άρνησης. Δε μπορούν να δεχτούν ότι το επίπεδο ποιότητας του ελληνικού ποδοσφαίρου έχει χαμηλώσει. Όχι τόσο, βέβαια, που να δικαιολογεί τα στραπάτσα από χώρες που ψάχνεις  με το μεγεθυντικό φακό για να τις βρεις στην ποδοσφαιρική υδρόγειο.

Ωστόσο, δε μπορεί να φταίνε μόνο οι 5 προπονητές που έχουν περάσει σε ισάριθμα χρόνια για το κατάντημα που παρακολουθούμε. Ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης πέρα από τους παράγοντες της ομοσπονδίας και τους προπονητές πέφτει και στους παίκτες. Όταν, άλλωστε, αγωνίζεσαι κόντρα στα Νησιά Φερόε, την Εσθονία και την Αρμενία χρειάζεται μόνο συγκέντρωση για να κερδίσεις ακόμα και με το υπάρχον υλικό.

Η νοοτροπία νικητή αντιστράφηκε

Οι αριθμοί σπάνια λένε ψέματα και στην περίπτωση της εθνικής οι συγκρίσεις προκαλούν μελαγχολία στον Έλληνα φίλαθλο. Στα παρακάτω γραφήματα παρουσιάζονται μεταξύ άλλων οι επιδόσεις της εθνικής επί εποχής Φερνάντο Σάντος. Μιλάμε για την περίοδο από την λήξη του Μουντιάλ του 2010 μέχρι το πέρας της ίδιας ίδιας διοργάνωσης το 2014. Παράλληλα, οι συγκεκριμένοι αριθμοί μπαίνουν στη ζυγαριά με τους αντίστοιχους στην μετά εποχή Σάντος. Ας σημειωθεί ότι με τον Πορτογάλο τεχνικό η γαλανόλευκη έδωσε 30 παιχνίδια ενώ στο επόμενο διάστημα αγωνίστηκε 32 φορές. Από το καλοκαίρι του 14 μέχρι και σήμερα έχουν κάτσει στην καρέκλα του ομοσπονδιακού προπονητή 5 διαφορετικοί άνθρωποι (Ρανιέρι, Μαρκαριάν, Τσάνας, Σκίμπε, Αναστασιάδης).

Αναλυτικότερα, η εθνική Ελλάδος μετράει σχεδόν 4 ήττες ανά 10 αγώνες μετά το Παγκόσμιο της Βραζιλίας. Αντίθετα, επί Σάντος έφευγε με σκυφτό το κεφάλι μόλις 1,5 φορά ανά μία δεκάδα παιχνιδιών. Παράλληλα, το 31% νικών το διάστημα 2014-2019 θεωρείται εξαιρετικά φτωχό σε σύγκριση με το αντίστοιχο 60% της προηγούμενης τετραετίας. Αν αναλογιστεί κανείς, μάλιστα, ότι από το 2010-2014 η γαλανόλευκη έδωσε 8 αγώνες σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης, τότε αντιλαμβάνεται την αξία του επιτεύγματος εκείνης της ομάδας.

Διαχρονικά οι επιτυχίες της εθνικής μας ομάδας βασίζοντας στην εξαιρετική ανασταλτική λειτουργία. Από τον Ρεχάγκελ και ύστερα η διαφύλαξη των μετόπισθεν αποτελούσε προτεραιότητα δικαιώνοντας τον Γερμανό και το διάδοχό του με βάση τα αποτελέσματα. Ωστόσο, η δύναμη της εθνικής μετατράπηκε σε αδυναμία μετά τη λήξη του Μουντιάλ της Βραζιλίας. Η Ελλάδα συνεχίζει να διαθέτει σπουδαίους αμυντικούς. Η μαγιά, όμως χάλασε στη μεσαία γραμμή, με αποτέλεσμα η γαλανόλευκη εστία να παραβιάζεται σχεδόν σε κάθε αναμέτρηση.

Ειδικότερα, επί Σάντος το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα δέχθηκε μόλις 23 γκολ σε 30 παιχνίδια. Αυτό μεταφράζεται σε μόλις 0,7 γκολ παθητικό ανά αγώνα. Αυτό άλλαξε με τη φυγή του Πορτογάλου τεχνικού, καθώς η ελληνική εστία παραβιάζεται 1,1 φορές ανά παιχνίδι. Αν τώρα λάβουμε υπόψιν μας και τις αντίστοιχες επιθετικές επιδόσεις θα αντιληφθούμε για ποιο λόγο η εθνική μας έχει πάρει την κατιούσα. Συγκεκριμένα, τα 38 γκολ επί εποχής Σάντος φέρνουν τη διαφορά τερμάτων στο +15. Αντίθετα, τα 35 γκολ της επόμενης περιόδου δημιουργούν μία αρνητική διαφορά τερμάτων (-1).

Δεν είναι, λοιπόν, μόνο η εικόνα που προκαλεί γκρίνια στους Έλληνες φιλάθλους. Εξάλλου, το επιθετικό ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ στο DNA της εθνικής Ελλάδος. Αυτό που έκανε τη διαφορά στην αλλαγή του status της εθνικής ομάδας ήταν η απώλεια της αμυντικής σταθεράς. Η συνεχόμενες παραβιάσεις εστιών μείωσε τις λεγόμενες επαγγελματικές νίκες, καθώς οι Έλληνες διεθνείς ουδέποτε είχαν την ποιότητα για να σκοράρουν συστηματικά τουλάχιστον 2 τέρματα ανά παιχνίδι.

Έχοντας λάβει αυτά τα αριθμητικά δεδομένα υπόψιν οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η σημερινή γενιά Ελλήνων παικτών χαρακτηρίζεται από έλλειμμα ποιότητας. Διότι δεν είναι δυνατόν να φταίει μόνο ο προπονητής όταν έχουμε συλλέξει μόλις 18 από τους διαθέσιμους 51 βαθμούς κόντρα σε Αρμενία, Νησιά Φερόε,  Φιλανδία, Εσθονία,  Ουγγαρία και Β. Ιρλανδία από το 2014 μέχρι και σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, η ομοσπονδία οφείλει να προσλάβει έναν κανονικό προπονητή που να κάνει έστω τα αυτονόητα. Ακριβώς όπως συνέβη με την επιλογή Σκίμπε, ο οποίος παρά τα πολλά λάθη του δεν έκανε τα θεϊκά πειράματα του Αναστασιάδη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ