Ροναλντίνιο: «Ρε πως μπατιρίσαμε που σαρανταρίσαμε…»

Ο τελευταίος των κλασικών μπαλαδόρων, ο άνθρωπος που σκόραρε... σβήνοντας τσιγάρο, σήκωσε δεκάδες τρόπαια και γενικά έκανε ό,τι ήθελε, όπως το ήθελε με τη μπάλα στα πόδια, φτάνει σε λίγους μήνες στα σαράντα όντας πνιγμένος στα... χρέη. Και όλοι εμείς διερωτούμαστε: «Ρε Ρόνι, πως σε πετσόκοψες έτσι;».

Ένα από τα μεγαλύτερα “what if” του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, ακούει στο όνομα «Ροναλντίνιο». Τι θα γινόταν αν έπαιρνε στα σοβαρά τη μπαλίτσα; Τι θα γινόταν αν έλιωνε στις προπονήσεις σαν τον Μέσι, αν έκανε 25ώρες το 24ωρο γυμναστική σαν τον Κριστιάνο; Τι θα γινόταν αν, τέλος πάντων, ακολουθούσε κατά γράμμα την καριέρα που πρέπει για έναν ποδοσφαιριστή του βεληνεκούς του;

Θεωρητικά, αν ο Ροναλντίνιο έβλεπε το χόμπι του ως επάγγελμα, τότε δεν θα υπήρχε στο χάρτη η κόντρα Μέσι – Κριστιάνο. Θεωρητικά πάντα, γιατί στην πράξη, ο Ρονάλντο Ντε Ασίς Μορέιρα, ήταν ο τελευταίος εκφραστής μιας νοοτροπίας που δεν συναντιέται ούτε στο ελάχιστο με τύπους όπως ο Αργεντινός και ο Πορτογάλος. Και γενικά δεν έχει ΚΑΜΙΑ σχέση με αυτό που εννοούμε επαγγελματισμό, στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Έτσι την είχε… δει ο Ροναλντίνιο

Όσοι ζήσαμε τον Ροναλντίνιο στα ντουζένια του και πλέον μπορούμε να κρίνουμε όσα βλέπουμε από τους «Κριστιανομέσιδες», καταλαβαίνουμε με τη μία πως αυτός ο τυπάς δεν χωρούσε με καμία κυβέρνηση στη λογική του Modern Football. Σαν ταλέντο, ίσως είχε περισσότερο από τους τωρινούς «κυβερνήτες» της μπάλας. Σαν νοοτροπία όμως, ήταν πολύ πιο κοντά σε περσόνες όπως ο Τζορτζ Μπεστ, ο Ντιέγκο Μαραντόνα και όλοι όσοι είδαν το ποδόσφαιρο ως «κ@υλάντα» και βγάλανε στην «απλώστρα», σε κοινή θέα, όλα τα πάθη τους.

Απλά, ο Ροναλντίνιο έτυχε να μεσουρανήσει στο μεταίχμιο. Στα τελευταία βήματα της κοσμογωνικής αλλαγής που συντελούταν στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, το οποίο από τα μέσα των 00’s πήρε μια μορφή ολοκληρωτικής μπίζνας, με τους πρωταγωνιστές να μεταφέρονται στα γραφεία των ατζέντηδων, των στοιχηματικών εταιρειών, των διατροφολόγων, των ψυχολόγων. Ο Ροναλντίνιο, ο Ρονάλντο ο «χοντρός» και άλλοι πεντ’ – έξι, έδωσαν ό,τι ήθελαν (κι όχι όσα μπορούσαν) γιατί έβλεπαν ότι αυτό που ερχόταν, ήταν πολύ professional για τα γούστα τους.

Ο «Ρόνι» πάντως, τα κατάφερε μια χαρά. Από το 2002, όταν η υφήλιος υποκλίθηκε στο ταλέντο του, βλέποντας τον τρελό να κρεμάει τον Σίμαν με απευθείας φάουλ σχεδόν από το κέντρο, μέχρι το 2011 όταν και αποχώρησε από τη Μίλαν, ο Βραζιλιάνος φαινόταν σαν τη μύγα μες στο γάλα. Έκανε το παιχνίδι του, με τους δικούς του όρους. Ξεφτίλιζε δυο τρεις αμυντικούς; Έσπαγε στα γέλια. Έβαζε γκολάρες; Έσπαγε –ξανά- στα γέλια. Τον γκρέμιζαν με κλωτσιές; Γούρλωνε τα μάτια και στη συνέχεια τρόλαρε τον αντίπαλο αμυντικό. Μύθος!

Αυτός ο μύθος όμως, δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τη μπάλα. Τη λάτρεψε, την παίνεψε, συνέθεσε ποιήματα μαζί της. Εκείνη του έδωσε φήμη, καλή ζωή και εκατομμύρια, τα οποία σχεδόν μια δεκαετία μετά την αποχώρησή του από την Ευρώπη, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Τα βραζιλιάνικα ΜΜΕ αναφέρουν ότι ο Ρόνι βρίσκεται σε τραγική οικονομική κατάσταση, λίγους μήνες πριν κλείσει τα 40 του χρόνια. Χρωστά 7+ εκατομμύρια δολάρια, έχει απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και εις βάρος του εκκρεμούν μια ντουζίνα δικαστήρια…

Και θα αναρωτηθεί κανεις, εύλογα. Μα καλά, πως τα κατάφερε;

Κι όμως, το έκανε. Ο άνθρωπος που το 2006 έλαβε 19 εκατομμύρια δολάρια ΜΟΝΟ από τις διαφημιστικές του καμπάνιες και το 2015 είχε net worth 100 εκατομμυρίων, οδεύει προς το 2020 με άδειες τις τσέπες. «Μα πως μπορείς να φας τόσα λεφτά;». Ο Ρόνι μπόρεσε. Γιατί ο Ρόνι όσο ήξερε να «μιλάει» στο τόπι (κι όχι απλές «ομιλίες», αλλά διαλέξεις), άλλο τόσο γνώριζε πως να στήνει παρτάρες διάρκειας ενός μήνα στις σπιταρόνες του, να αγοράζει πανάκριβα αμάξια χώνοντάς τα στη συλλογή του, να συντηρεί τις (φανερές) παράλληλες σχέσεις του. Για έναν άνθρωπο που γαλουχήθηκε και μεταβίβασε ως τελευταίος μιας γενιάς σπουδαίων το jogo bonito, δεν ήταν δα και κόπος να ενστερνιστεί το vida bonita (ωραία ζωή). Μόνο που κάποτε, έρχεται και το πλήρωμα του χρόνου.

Όπως άρχιζε σιγά σιγά να παχαίνει, να δείχνει ράθυμος, αλλά πάντα πρόθυμος να κάνει τα κόλπα του εντός αγωνιστικού χώρου, έτσι άρχισε να χάνει τον λογαριασμό (ή καλύτερα τους λογαριασμούς), με αποτέλεσμα να χρωστά σε όποιον μιλά… βραζιλιάνικα και να γίνεται πρώτο θέμα στα ΜΜΕ. Ο άνθρωπος που έχει στην κατοχή του Μουντιάλ, Champions League, Χρυσή Μπάλα, είναι πρεσβευτής του «Mes que un club”, δεν μπόρεσε να βάλει σε μια τάξη στη ζωή του, ενώ η μπάλα του έδωσε τόσα, ώστε να έχουν να φάνε και τα τρισέγγονά του.

Προσέξτε όμως ποια είναι η διαφορά. Ο Ροναλντίνιο δεν γούσταρε μάλλον να βάλει τάξη στη ζωή του. Αν ήταν Έλληνας (θα μπορούσε με τόσες βόλτες που έκανε στο παρελθόν κατά τα μαγαζιά που τραγουδούσε ο Ρέμος) θα γνώριζε την παροιμία «Όσα φάγαμε στα ξένα, στο μ… και στην ταβέρνα». Αν ήταν 15άρης, θα χρησιμοποιούσε το YOLO ως έκφραση, γιατί ως στάση ζωής, ήταν το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής. Αυτό το «ζήσε το σήμερα» τον «έντυσε» σαν ποδοσφαιριστή και τον συνόδευσε μέχρι σήμερα. Γιατί ο Ρόνι δεν έβγαλε στο γήπεδο κάτι διαφορετικό από τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν διαχώρισε το «χόμπι» με τον επαγγελματισμό. Και αυτά τα πράγματα κάνουν «τζιζ» στη βιομηχανία του modern football στην οποία ουδέποτε ταίριαξε, αν και για κάποια χρόνια φαινόταν ως ο καλύτερος πρεσβευτής της.

Κανείς δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ακόμη και αν είναι ο Ροναλντίνιο!

Ο Ρόνι ήταν ο μπαλαδόρος της γειτονιάς. Μόνο που το ταλέντο του ήταν τέτοιο, που η γειτονιά η δική του έπιανε όλον τον κόσμο. Ο Ρόνι ήταν ο τύπος που θα σε πάρει για ένα ποτό και θα καταλήξετε να χορεύετε μαζί τα ξημερώματα. Δίχως να προκαλεί, δίχως να έχει στο παλμαρέ του επεισόδια λόγω μέθης, ή χρήσης ναρκωτικών. Δίχως να έχει προκαλέσει αντιπάθεια σε κανέναν. Απλά, είναι ο εαυτός του. Ο,τι κι αν γίνει στο τέλος της ημέρας, τα τεράστια δόντια του θα ξεπροβάλλουν και θα φωτίσουν το σύμπαν. Ο άνθρωπος αυτός είναι τόσο μποέμ, που ακόμη κι αν έχει στριμωχτεί πλέον όσο δεν πάει, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρει την άκρη.

Κι αν καταφέρει να βρει μια «μόντα» με τα χρέη του και επανακτήσει το δικαίωμα εξόδου από τη Βραζιλία, ίσως τον ξαναδούμε στα μέρη μας. Κάποιος από τους γνωστούς εν Ελλάδι φίλους του, μπορεί να του αφιερώσει ένα τραγούδι. «Βρε πως μπατιρίσαμε που σαρανταρίσαμε». Αν του μεταφράσουν τους στίχους, ο τρελός δεν θα παρεξηγηθεί. Αντίθετα, θα το πάρει στην πλάκα, όπως έχει πάρει όλη του την –ενήλικη- ζωή. Γιατί το «Ροναλντίνιο» δεν είναι απλά ένα βραζιλιάνικο παρατσούκλι, αλλά ιδιότητα.

Κι αν ο Ρόνι δεν είχε βγει ανοιχτά να στηρίξει τον ακροδεξιό Μπολσονάρου, τότε το παραπάνω κείμενο θα έκλεινε με ομορφότερο τρόπο. Αλλά δεν γίνεται να κλείσει έτσι, ούτε φυσικά να αποσιωπηθεί το γεγονός. Κι όταν δίνεις «σκόντο» σε κάτι τέτοιους τύπους, δεν έχεις δικαιολογία. Κι ας είσαι ο Ρόνι…

Επιμέλεια: Κώστας Κουτσαυλής

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ