Δεν υπάρχει δε θέλουν, υπάρχει δε μπορούν

Σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση για μία εθνική Ελλάδος που αποδεικνύει συστηματικά ότι το ταβάνι της είναι πολύ χαμηλό.

Η έκφραση γκέλα έχει πάψει πια να αρκεί για να περιγράψει τα ανεπιτυχή αποτελέσματα της εθνικής Ελλάδος. Εξάλλου, όταν οι ήττες και οι ισοπαλίες είναι περισσότερες από τις νίκες τότε μία ακόμη απώλεια βαθμών από τη Φινλανδία δε συνιστά καμία έκπληξη. Αυτή, άλλωστε, ήταν η τέταρτη συνεχόμενη ήττα της γαλανόλευκης ομάδας, μία αρνητική επίδοση που είχε επαναληφθεί τελευταία φορά πριν από 24 χρόνια.

Άπαντες εδώ και 5 χρόνια αναζητούν τα αίτια αυτής της αγωνιστικής καθίζησης. Μετά την αποχώρηση του Σάντος, άλλωστε, η εθνική ομάδα δεν έχει προκριθεί σε καμία από τις 3 μεγάλες διοργανώσεις που θα μπορούσε(συμπεριλαμβανομένου και του επικείμενου EURO). Αν λάβουμε υπόψιν και την απογοητευτική της πορεία στο πρόσφατο Nations League τότε φτάνουμε τους 4 αποκλεισμούς από προκριματικές φάσεις.

H απάντηση είναι μπροστά στα μάτια μας

Φίλαθλο κοινό, δημοσιογράφοι, παίκτες και τεχνικό επιτελείο μοιάζουν να εθελοτυφλούν όταν ψάχνουν απάντηση για τις απογοητευτικές εμφανίσεις της εθνικής. Στην ουσία οι αριθμοί λένε την απόλυτη αλήθεια. Η ψυχρή πραγματικότητα αναφέρει ότι στην μετά εποχή Σάντος κερδίζουμε το 30% των αγώνων μας. Συνεπώς είναι ξεκάθαρο ότι δε διαθέτουμε την ποιότητα ούτε να κερδίσουμε τουλάχιστον τα μισά παιχνίδια που δίνουμε. Αυτό το συμπέρασμα είναι ακόμα πιο στενάχωρο αν αντιληφθούμε ότι η πλειοψηφία των παιχνιδιών που συμμετέχουμε είναι κόντρα σε αντιπάλους της δυναμικότητας της εθνικής Φινλανδίας.

Πέρα από τους αριθμούς, όμως, η ανικανότητα που περιτριγυρίζει τον οργανισμό εθνική απλώνεται παντού. Από το κεφάλια, άλλωστε, βρωμάει το ψάρι. Και βρωμάει τόσο πολύ διότι οι  επιλογές των ομοσπονδιακών τεχνικών γίνεται από τους επικεφαλής της ομοσπονδίας. Μετά την παράλογη πρόσληψη του αναχρονιστικού Άγγελου Αναστασιάδη η ΕΠΟ κατάφερε να κάνει μία εξίσου ακατανόητη επιλογή. Πρώτον, επέλεξε έναν άνθρωπο με μηδενική γνώση της ελληνικής πραγματικότητας. Δεύτερον, προσέλαβε έναν προπονητή, ο οποίος στην καριέρα του μετράει ποσοστό 37% νικών και η μεγαλύτερη ομάδα που έχει προπονήσει είναι η Τσβόλε.

Το διαφορετικό δεν είναι απαραίτητα και καλό

Περνώντας στα της αναμέτρησης, ο Φαν Σιπ κατάφερε με το καλήμερα να δικαιώσει τις αμφιβολίες ως προς την πρόσληψή του. Η στελέχωση του βασικού σχήματος με παίκτες που δεν περίμενε κανείς να αγωνιστούν αναδεικνύει την απειρία του. Ο Ολλανδός τεχνικός ακολούθησε τη λογική του γκρεμίσματος προκειμένου να δώσει την εντύπωση ότι προσπαθεί κάτι να αλλάξει. Σε τέτοια παιχνίδια, όμως, απαγορεύονται τα πειράματα και τα ρίσκα. Αντίθετα, η πεπατημένη είναι ο λιγότερο επικίνδυνος δρόμος. Δε γίνεται να ξεκινάς παίκτες χωρίς αγωνιστικό ρυθμό, όπως ο Τοροσίδης και ο Σταφυλίδης και να μην ξεκινάς τον Τσιμίκα. Όπως επίσης, δε γίνεται να μην αναγνωρίζεις ότι ο Ζέκα προσφέρει απείρως περισσότερα από τον Κουρμπέλη. Τέλος, δε γίνεται σε ένα τέτοιο παιχνίδι να ντεμπουτάρουν δύο παίκτες (Βρουσάι, Παυλίδης), με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Ο Φαν Σιπ παίρνει κακό βαθμό και στη ψυχολογική προετοιμασία των παικτών. Ο Ολλανδός τεχνικός είχε στη διάθεση του ένα μήνα για να καταστρώσει το σχέδιο του για ένα ματς που είχε χαρακτήρα τελικού. Ωστόσο, αντί να παρατηρήσουμε μία συμπαγής εθνική ομάδα είδαμε τον Μπακάκη και τον Βρουσάι να κάνουν τακουνάκια, τον Παπασταθόπουλο να ντριμπλάρει από την άμυνα και γενικότερα ένα αίσθημα απειθαρχίας να αποπνέεται στην ατμόσφαιρα.

Όσον αφορά το αγωνιστικό πλάνο του και αυτό παίρνει χαμηλό βαθμό αν και έχει το ελαφρυντικό ότι η ποιότητα των Ελλήνων διεθνών δε προσφέρεται για πολλά. Ειδικότερα, επέλεξε να να προκαλέσει κινδύνους μέσω του άξονα. Ωστόσο, αγνόησε το γεγονός ότι ουδέποτε η εθνική ήταν καλή στο κάθετο παιχνίδι ή μπορούσε να λειτουργήσει σε μικρούς χώρους. Έτσι, χρειάστηκε να μπει ο Μπακάκης προκειμένου να ανοίξει το γήπεδο και να γίνουν κάποιες σέντρες. Ένας τρόπος που διαχρονικά ευνοεί τις λιγότερο προικισμένες τεχνικά ομάδες.

Η παραδοχή από τους παίκτες

Μετά από τόσες αποτυχίες, πάντως, ακόμα και οι ίδιοι παίκτες αρχίζουν να ψελλίζουν πια την αλήθεια. Συγκεκριμένα, ο Μασούρας παραδέχθηκε το εξής: «Μένουμε εκτός τελικής φάσης. Δεν μπορούμε να λέμε, ότι αδικήσαμε τους εαυτούς μας. Χρειαζόμαστε πιο σκληρή αυτοκριτική. Δείξαμε σημάδια βελτίωσης, αλλά μάλλον δεν είμαστε στο επίπεδο για να διεκδικούμε την πρόκριση. Ούτε εγώ είμαι ευχαριστημένος από την απόδοσή μου. Πρέπει κάθε φορά που μας καλεί ο ομοσπονδιακός τεχνικός να δίνουμε το 100% μας».

Ο Βασίλης Τοροσίδης, μάλιστα, εννόησε το ίδιο με έμμεσο τρόπο: Όταν πήγα στην Εθνική, μπήκα ένας νέος σε δέκα παλιούς. Τα τελευταία χρόνια μπαίνουν 4-5 σε 4-5 παλιούς. Δεν είναι εύκολο. Το Βέλγιο είναι παγκόσμια δύναμη. Όταν η Ελλάδα, το 2004, το 2008 και το 2010 έπαιζε σε μεγάλες διοργανώσεις, το Βέλγιο δεν ήταν πουθενά. Σήμερα το Βέλγιο έχει τους καλύτερους παίκτες στις καλύτερες ομάδες. Η Ελλάδα είμαστε, ας δούμε την πραγματικότητα. Μια μικρή χώρα σε ένα μέτριο πρωτάθλημα, από το 2004 μέχρι το 2014 έκανε πράγματα που ίσως και να ήταν υπερβολικά. Ας κοιτάξουμε την αλήθεια, μην εθελοτυφλούμε. Επειδή κατακτήσαμε ένα Euro, δεν είναι εύκολο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ